
Χθες συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από τότε που έπεσε, σχεδόν από μόνο του και χωρίς αίματα, το «Τείχος του Βερολίνου». Χώριζε και δίχαζε μια μεγάλη και ιστορική πόλη και μια μεγάλη χώρα της Ευρώπης. Συμβολικά χώριζε και δίχαζε ολόκληρο τον κόσμο.Στην αρχή νομίσαμε ότι είναι ένα σημαντικό επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου. Ενδεχομένως μια αποκλιμάκωσή του, ή για μια σημαντική επιμέρους μάχη, που την έχασε ο ένας εμπλεκόμενος και την κέρδισε ο άλλος. Υπήρχαν ήδη πολλές ρωγμές και ακούγονταν τριγμοί στο μέχρι τότε μονολιθικό στρατόπεδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά ο κεντρικός πυρήνας της υλικής δύναμης, η Σοβιετική Ενωση, εξακολουθούσε να τελεί υπό τον αδιαμφισβήτητο έλεγχο του κομμουνιστικού κόμματος και του συγκεντρωτικού και απολυταρχικού σοβιετικού κράτους. Με ηγέτη τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Μένει στους ιστορικούς να ερευνήσουν και να ερμηνεύσουν τη συγκρότηση, τις ιδέες και τις σκέψεις και τελικά τον ρόλο αυτού του ηγέτη σε μια κρίσιμη στιγμή. Το βέβαιο είναι ότι αυτή την κρίσιμη στιγμή, ο ηγέτης αυτός αποφάσισε να μην αντιτάξει στην αυθόρμητη θέληση του λαού τη συντεταγμένη δράση της υλικής δύναμης. Δεν έστειλε στο Βερολίνο τα τανκς που εν αφθονία διέθετε. Ουσιαστικά εγκατέλειπε την «ισορροπία του τρόμου» που μέχρι τότε ήταν η κυρίαρχη στρατηγική του Ψυχρού Πολέμου. Την εγκατέλειπε μονομερώςΑπό μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου και της κοινής γνώμης, κυρίως από την Αριστερά, η στροφή αυτή ερμηνεύθηκε ως ήττα και ως «προδοσία». Η αντίστοιχη μερίδα χαιρέτισε το γεγονός ως «θρίαμβο της Δημοκρατίας» και της συνακόλουθης ιδεολογικής, αλλά και υλικής ισχύος της. Σχηματικά και μάλλον απλοϊκά ήταν ο «δημοκρατικός καπιταλισμός» και η δύναμή του που κέρδισαν μια αποφασιστική μάχη εναντίον του «απολυταρχικού σοσιαλισμού», αλλά πάντοτε στο γενικό πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Χρειάσθηκαν και άλλα σημαντικά και αλλεπάλληλα γεγονότα για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι σε πλανητική πλέον κλίμακα αλλάζουμε εποχή, αλλάζουμε τρόπο ζωής και σκέψης. Οτι δεν μπορούμε πλέον να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο και να μιλούμε με τους ίδιους όρους: ένας ολόκληρος κόσμος ιδεών και μια επική αφήγηση αγώνων και δράσης που συμπυκνώθηκε στη λέξη «σοσιαλισμός», απογυμνώθηκε ακαριαία από το ιδεολογικό και πολιτικό του περιεχόμενο και αποκαλύφθηκε σαν κάκιστη, αναποτελεσματική, απίστευτα αιματηρή και πάντοτε με το σπέρμα του δογματικού απολυταρχισμού διαχείριση οραμάτων και διεκδικήσεων. Ο σοσιαλισμός έχασε πια την ισχύ και το κύρος του στρατηγικού όρου.
Πολλοί βιάστηκαν τότε, με ρομαντισμό ή με υστεροβουλία να μιλήσουν και να διακηρύξουν ότι διαγράφηκαν οι διαχωριστικές γραμμές που ώς τότε χώριζαν τον κόσμο. Χρειάσθηκε η επιδρομή της «παγκοσμιοποίησης» (όπως την περιγράφει ο Μαρξ στο προοίμιο του «Μανιφέστου» ως φυσική εξέλιξη του καπιταλισμού και όχι σαν μια παγκόσμια συνωμοσία των καπιταλιστών) και οι πόλεμοι που προκάλεσε η απίστευτη και συμφεροντολογική αλαζονεία των «νικητών» του Ψυχρού Πολέμου, χρειάσθηκε ακόμη η παγκόσμια «ανθρωπιστική» καταστροφή της μετανάστευσης για να αποκαλυφθεί ότι η κόκκινη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει αυτούς που έχουν και αυτούς που δεν έχουν όχι μόνο δεν εξαλείφθηκε, αλλά συνεχώς βαθαίνει και διαμορφώνει βάναυσα την παγκόσμια γεωγραφία αλλά και την εσωτερική κάθε χώρας.
Φαίνεται ότι, με αφετηρία την πτώση του «Τείχους του Βερολίνου», ο κόσμος άρχισε να αλλάζει συνολικά. Αν η λέξη σοσιαλισμός έχασε (πιστεύω οριστικά) την αντιστοιχία της με τις νέες πραγματικότητες, ούτε με τη λέξη καπιταλισμός μπορούμε να συνεννοηθούμε και να διαμορφώσουμε νέες συλλογικότητες.
Αντώνης Καρκαγιάννης(Εφημερίδα Καθημερινή)